παραθέσεις

παραθέσεις
παράθεσις
juxtaposition
fem nom/voc pl (attic epic)
παράθεσις
juxtaposition
fem nom/acc pl (attic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • παράθεση — παράθεσις, ἡ, ΜΑ [παρατίθημι] 1. η τοποθέτηση δύο ή περισσότερων πραγμάτων κοντά κοντά 2. παραβολή, σύγκριση 3. (σχετικά με φαγητά) προσφορά, σερβίρισμα (α. «παράθεση γεύματος» β. «ἔδωκεν ἐν αὐταῑς ἡγουμένους καὶ παραθέσεις βρωμάτων», ΠΔ) 4.… …   Dictionary of Greek

  • άμορφη τέχνη — Ο όρος αναφέρεται στο ρεύμα που αρνείται τις θεωρητικές θέσεις της αφηρημένης τέχνης και γενικότερα την υποταγή του καλλιτεχνικού έργου σε οποιονδήποτε μορφολογικό προγραμματισμό. Σε θεωρητικό επίπεδο, υιοθετείται η απουσία κάθε περιορισμού, με… …   Dictionary of Greek

  • Αργυρός, Ουμβέρτος — (Καβάλα 1877 –Αθήνα 1963).Ζωγράφος. Υπήρξε μαθητής πρώτα του Νικηφόρου Λύτρα και του Γεωργίου Ροϊλού στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και αργότερα του Λεφτς και του Μάαρ στην Ακαδημία του Μονάχου. Ο Α. επιζητούσε να μεταδώσει στα έργα… …   Dictionary of Greek

  • δινιτροβενζόλιο — Δινιτρωμένο παράγωγο του βενζολίου, στο οποίοι οι δύο νιτροομάδες βρίσκονται σε ορθοθέσεις, μεταθέσεις ή παραθέσεις. Έχει τύπο C6H4(NO2)2 και παρασκευάζεται από την αντίδραση του νιτροβενζολίου με μείγμα θειικού και νιτρικού οξέος. Έχει μορφή… …   Dictionary of Greek

  • Μοντένι, Μισέλ Εκέμ ντε- — (Michel Eyquem Montaigne, Μοντέν 1533 – 1592). Γάλλος συγγραφέας. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο Γκιγιέν του Μπορντό το 1546, αφιέρωσε ένα μέρος της ζωής του, αλλά χωρίς ενθουσιασμό και υπερβολική δέσμευση, στην πολιτική· κατέλαβε τη θέση …   Dictionary of Greek

  • Παρθένης, Κωνσταντίνος — (Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος 1878 – Αθήνα 1967). Έλληνας ζωγράφος, ο κυριότερος αναμορφωτής της νεοελληνικής ζωγραφικής στο πρώτο μισό του αιώνα μας. Μετά τις αρχικές σπουδές στην Αλεξάνδρεια συνέχισε τη ζωγραφική του εκπαίδευση στη Ρώμη και στη Βιέννη …   Dictionary of Greek

  • παραθέτω — παρέθεσα, παρατέθηκα, παραθεμένος 1. βάζω κάτι κοντά σε άλλο: Όταν ο συγγραφέας παραθέτει στο βιβλίο του και τις πηγές πληροφοριών του, τότε γίνεται περισσότερο πιστευτός. 2. αραδιάζω, προβάλλω, αναφέρω: Ο ομιλητής για κάθε άποψή του παρέθεσε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”